ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΟΥΣΕΙΩΝ ΓΕΝΙΚΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΠΙΓΡΑΦΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΕΙΔΙΚΩΣ

Αυτό το θέμα περιέχει 0 απαντήσεις, έχει 1 φωνή, και ανανεώθηκε τελευταία από  athemos 1 έτος, 10 μήνες πριν.

Επισκόπηση 1 δημοσιεύσεων (από 1 συνολικά)
  • Συντάκτης
    Δημοσιεύσεις
  • #89

    athemos
    Participant

    ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΟΥΣΕΙΩΝ ΓΕΝΙΚΩΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΠΙΓΡΑΦΙΚΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΕΙΔΙΚΩΣ
    Η πρόταση του ΔΣ για τα Μουσεία προβλέπει τα ακόλουθα:

    Όσον αφορά στο Τμήμα Συλλογών, Έρευνας και Τεκμηρίωσης προβλέπει ότι, τα Τμήματα Συλλογών, Έρευνας και Τεκμηρίωσης ενοποιεί τα υπάρχοντα τμήματα μουσείων που ειδικεύονται με βάση την περιοδολόγηση ή το είδος των συλλογών. Στόχος του Τμήματος είναι:

    Αρχικώς θα ασχοληθούμε με την πρόταση για την εσωτερική οργάνωση των Μουσείων και κατόπιν με την πρόταση για την ουσιαστική απορρόφηση – εξαφάνιση του Επιγραφικού Μουσείου στο Εθνικό. Σε σχέση με τον Οργανισμό του 2014 που πρότεινε για όλα τα Μουσεία 4 τμήματα (πλήν Εθνικού που είχε 5), η τωρινή πρόταση του Συλλόγου προτείνει 6 τμήματα. Πρακτικά προτείνει την αποκατάσταση των παλαιών Τμημάτων Δημοσίων Σχέσεων και Μουσειογραφικών Μελετών και Καλλιτεχνικού Σχεδιασμού Εκθέσεων, που υπήρχε (με κάποιες παραλλαγές) στα περισσότερα αυτόνομα Μουσεία. Προσθέτει επίσης και το Τμήμα Τεχνικής Υποστήριξης. Παράλληλα συγχωνεύει όλες τις Συλλογές Αρχαιοτήτων σε ένα Τμήμα, το Τμήμα Συλλογών.
    Η πρόταση αυτή μετατοπίζει την όλη αντιμετώπιση των Μουσείων από την επιστημονική τους βάση στην καθαρά διαχειριστική και μάλιστα προβλέπει την μονόπλευρη και όχι «ολιστική διαχείριση». Τα Τμηματα α) Εκθέσεων, Μουσειολογικού Σχεδιασμού και Φύλαξης και β) Επικοινωνίας και Εκπαίδευσης, ασχολούνται κυρίως με την διαχείριση των υπαρχόντων και – χωρίς να υποτιμούμε την χρησιμότητα τέτοιων τμημάτων (αν και το ζήτημα της φύλαξης πρέπει να εξετασθεί κατά την άποψή μας σε διαφορετική βάση και όχι μαζί με τις Εκθέσεις και το Μουσειολογικό Σχεδιασμό), – υποβαθμίζει τις Συλλογές και συνεπακόλουθα το έργο τους. Αξίζει λοιπόν να σημειωθούν τα ακόλουθα:
    1. Η βάση ενός Μουσείου είναι η επιστημονική και ερευνητική του οργάνωση. Χωρίς αυτή τη λειτουργία δεν είναι δυνατόν να υπάρξουν και οι υπόλοιπες λειτουργίες, όπως εκθέσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, προβολή κλπ. Η διοικητική – οργανωτική αυτοτέλεια των αρχαιολογικών συλλογών σε επίπεδο τμήματος εξυπηρετεί την ομαλή λειτουργία τους και μοιράζει το αρχαιολογικό έργο σε περισσότερους τομείς, ώστε να επιτυγχάνεται καλύτερος έλεγχος και αποτελεσματικότητα στις ενέργειες με σκοπό την πληρέστερη προστασία και την ορθότερη και μέγιστη απόδοση των αρχαιολογικών ευρημάτων στο κοινό. Τελικά η ολιστική διαχείριση επιτυγχάνεται από το Μουσείο ως σύνολο και όχι από τις Συλλογές ή τα Τμήματα
    2. Η οργάνωση που προτείνεται από το ΔΣ του Συλλόγου δημιουργεί ανισσοροπία, ακόμη και διαχειριστική, αφού το μέγιστο τμήμα των δραστηριοτήτων του Μουσείου, που είναι οι Συλλογές του, από τις οποίες θα προέλθει η σύλληψη των εκθέσεων και τα εκπαιδευτικά προγράμματα, έρχονται σε δεύτερη μοίρα. Δεν γνωρίζουμε όμως κάποιο μεγάλο Μουσείο, στο οποίο όλες οι συλλογές του να έχουν ενταχθεί σε ένα μόνον τμήμα, ούτε αν το προτεινόμενο οργανωτικό σχήμα εφαρμόζεται κάπου και ποια είναι τα αποτελέσματά του.
    3. Αποτελεί απορίας άξιον γιατί πρέπει να υπάρχει ενιαία οργάνωση στα τμήματα όλων των “Εθνικών και Περιφερειακών Μουσείων”, αφού τα Μουσεία αυτά έχουν δημιουργηθεί σε διαφορετικές περιόδους και κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Είναι εμφανές ότι κάτω από διαφορετικές συνθήκες και σε διαφορετική περίοδο έχει δημιουργηθεί το ΕΑΜ από το Μουσείο του Ηρακλείου. Φυσικά το οργανωτικό σχήμα του 2003 μπορεί να είχε διάφορα προβλήματα, τα οποία οι εργαζόμενοι είχαν τη δυνατότητα να εξακριβώσουν κατά τη διάρκεια της δεκαετούς εφαρμογής του, αλλά εκτιμούμε ότι σίγουρα ανταποκρινόταν πολύ περισσότερο στις ανάγκες των Μουσείων αυτών. Επισημαίνουμε επίσης ότι το ενιαίο τμήμα αρχαιολογικών συλλογών είχε προβλεφθεί στο οργανόγραμμα του 2003 μόνον για το Επιγραφικό Μουσείο, λόγω ακριβώς του μονοθεματικού από πλευράς αντικειμένου μόνον, χαρακτήρα του Μουσείου.
    4. Οι Συλλογές των Κεντρικών Μουσείων (όπως και τα δύο θεματικά Μουσεία το Επιγραφικό και το Νομισματικό) αποτελούν από μόνες τους εκτός των άλλων συμβουλευτικά κέντρα για όλους τους Αρχαιολόγους της Υπηρεσίας. Όταν υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο πρόβλημα στους συναδέλφους αυτών των Συλλογών θα προστρέξουν οι Αρχαιολόγοι των Εφορειών για βοήθεια. Έχουν λοιπόν έναν ιδιαίτερο λόγο ύπαρξης ενώ σε πολλές περιπτώσεις μία και μόνον Συλλογή μπορεί να διαθέτει αριθμό αντικειμένων μεγαλύτερο από το συνολικό αριθμό αντικειμένων πολλών Μουσείων της Ελλάδας.
    5. Ας μην παραγνωρίζουμε επίσης το γεγονός ότι ιδιαίτερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, αλλά και στα υπόλοιπα η εσωτερική τους οργάνωση και δομή έχει ηλικία που ξεπερνάει την εκατονταετία, με αποτέλεσμα οι αποθήκες, οι εκθέσεις τους και η εν γένει ροή των εργασιών τους (π.χ. συντήρηση) να έχει γίνει με βάση την διαίρεσή τους στις συγκεκριμένες συλλογές. Η οποιαδήποτε αλλαγή θα πρέπει λοιπόν να μελετηθεί και να οργανωθεί με πάρα πολύ μεγάλη προσοχή αφού κάτι τέτοιο θα είχε επιπτώσεις στην λειτουργία των Μουσείων σε όλα τα επίπεδα.

    Η πρόταση του Συλλόγου πρέπει να κινείται βασικά σε δύο επίπεδα:
    α) Στην αποκατάσταση του Τμήματος Εκπαιδευτικών Προγραμμάτων και δημοσίων σχέσεων και του Τμήματος Μουσειολογικού και Μουσειογραφικού σχεδιασμού και Εφαρμογών, χωρίς βέβαια η αποκατάσταση αυτή να σημαίνει ότι οι αρμοδιότητές τους, θα πρέπει να ενταχθούν σε ένα και μόνον τμήμα. Στην αποκατάσταση επίσης του Τμήματος Τεχνικής Υποστήριξης.
    β) Την οργάνωση των τμημάτων των Συλλογών στην βάση των ιδιαιτεροτήτων του κάθε Μουσείου και σύμφωνα με τις προτάσεις των συναδέλφων που εργάζονται σε κάθε Μουσείο, οι οποίοι γνωρίζουν καλύτερα τις ιδιαιτερότητες της εργασίας τους.
    Επίσης για τα μεγάλα Μουσεία πρέπει να εξετασθεί η δημιουργία Γραφείου Φύλαξης, το οποίο θα πρέπει να υπάγεται απευθείας στον Διευθυντή του Μουσείου. Τα προβλήματα φύλαξης και ασφαλείας είναι σύνθετα πλέον και πρέπει να υπάρχει ειδική διαχείριση σε επίπεδο διεύθυνσης και όχι μουσειολογικού σχεδιασμού εκθέσεων.

    ΤΟ ΕΠΙΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
    Στο μοναδικό Μουσείο που η πρόταση του ΔΣ για την εσωτερική διάρθρωση των Μουσείων θα είχε εφαρμογή είναι το Επιγραφικό Μουσείο ως αυτόνομη μονάδα ξανά. Δυστυχώς όπως προαναφέραμε η πρόταση όπως κατατέθηκε “εξαερώνει” το Μουσείο μας, αφού σε περίπτωση που ισχύσει και ενταχθεί στο ΕΑΜ θα αποτελεί ένα γραφείο του Τμήματος Συλλογών. Ας σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι είναι η πρώτη φορά που ΔΣ προτείνει την πλήρη κατάργηση μιας οργανικής μονάδας της Υπηρεσίας, με υπερεκατονταετή παρουσία, χωρίς να έχει συζητήσει λεπτομερώς το ζήτημα με τους συναδέλφους που υπηρετούν σε αυτό και χωρίς μάλιστα να μας ανακοινώνει το σκεπτικό του. Αν θεωρηθεί ότι η συγχώνευση αποσκοπεί στην παρουσίαση των επιγραφών μαζί με τα άλλα αρχαιολογικά αντικείμενα του ΕΑΜ, τότε γιατί υπάρχει διαφορετική αντιμετώπιση για τα νομίσματα; Ας σκεφτούμε λοιπόν λίγο περισσότερο τις επιπτώσεις μιας τέτοιας πρότασης γενικότερα για την εικόνα του Συλλόγου και τα μελλοντικά αιτήματα και διεκδικήσεις που πιθανότατα θα έχει.
    H ανάπτυξη της επιγραφικής ως αυτόνομου κλάδου των αρχαιογνωστικών επιστημών και μιας ιδιαίτερης κατεύθυνσης της αρχαιολογίας, οδήγησε σε διαφορετική πορεία και εξειδίκευση του προσωπικού του Μουσείου στο συγκεκριμένο αντικείμενο, καθώς απαιτείται πρόσθετη φιλολογική και ιστορική παιδεία. Έτσι ήδη από τον 19ο αιώνα, ο διευθυντής του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Επιγραφικού Μουσείου διαφοροποιήθηκαν καθώς ο πρώτος δεν ήταν δυνατόν να επιβλέπει και τον τομέα των Επιγραφών. Για το λόγο αυτό σε οποιαδήποτε μορφή οργανωτικής διάρθρωσης και να υπήρχε στην Αρχαιολογική Υπηρεσία πάντοτε ήταν διαφοροποιημένο από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο και διεθνώς ήταν γνωστό ως Επιγραφικό Μουσείο.
    Ας σημειώσουμε σε αυτό το σημείο ότι οι επιγραφές αποτελούν ειδικής διαχείρισης εκθέματα, πολύ διαφορετικά από τα άλλα αρχαιολογικά ευρήματα. Απαιτούν διαφορετική προσοχή από τον επισκέπτη, αφού δεν απευθύνονται στο αισθητικό του κριτήριο, αλλά κυρίως στο γνωστικό. Η έκθεσή τους χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή, αφού για τον επισκέπτη υπάρχει δυσκολία στην πρόσληψη του μνημείου. Το προσωπικό του Μουσείου μάλιστα έχει αποκτήσει μια ιδιαίτερη εμπειρία μετά από πολλούς πειραματισμούς για την έκθεση των ενεπίγραφων μνημείων.

    Πρόκειται λοιπόν για μουσείο σαφώς διαφοροποιημένο από τα υπόλοιπα αρχαιολογικά μουσεία της χώρας διότι, όπως και το Νομισματικό είναι ένα μονοθεματικό μουσείο, σχετίζεται όμως και με δύο άλλους τομείς της αρχαιογνωσίας, την ιστορία και την αρχαία ελληνική γλώσσα. Δηλαδή παρότι είναι αρχαιολογικό μουσείο διαφοροποιείται σημαντικά αφού η επιστημονική και ερευνητική του βάση δεν είναι αμιγώς αρχαιολογική, αλλά εμπλέκονται με σημαίνοντα ρόλο η Ιστορία, η Κλασική Φιλολογία και η Γλωσσολογία. Είναι λοιπόν φανερό ότι διαφοροποιείται σημαντικότατα από το ΕΑΜ τόσο ως προς το είδος των μνημείων (έχουμε κατ᾽ουσίαν κείμενα επί μνημείων) όσο και ως προς την ερευνητική επιστημονική κατεύθυνση. Επιπλέον το Μουσείο επειδη η επιστημονική και ερευνητική του υπόσταση παίζει μεγαλύτερο ρόλο στην διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του, αποτελεί σημαντικό πόλο έλξης ερευνητων τόσο της ελληνικής επιγραφικής όσο και των άλλων επιστημονικών πεδίων, που αντλούν πληροφορίες και στοιχεία από τις επιγραφές. Στόχος μάλιστα του Μουσείου είναι η προσέλκυση αυτών των μελετητών πράγμα που δεν πρέπει να υποτιμάται, αφού αποτελούν σημαντικούς υποστηρικτές της χώρας, προωθώντας τη μελέτη των ελληνικών αρχαιοτήτων αλλά κυρίως της ελληνικής γλώσσας (αρχαίας και νέας) στη χώρα τους. Πέραν αυτών το κοινό του Επιγραφικού Μουσείου, εκτός από τα σχολεία, αποτελείται, από ανθρώπους που έχουν αυξημένο ενδιαφέρον για την αρχαία Ιστορία και Γλώσσα και έχουν συνήθως ένα υψηλό μορφωτικό επίπεδο, καθώς επίσης και από πολλούς αρχαιολόγους, φιλόλογους, γλωσσολόγους, ιστορικούς, που έρχονται να δουν τα αντικείμενα του Μουσείου έχοντας συχνά ιδιαίτερες γνώσεις, πάνω σε αυτά ή αναζητούν συγκεκριμένα ενεπίγραφα μνημεία που δεν είναι στην έκθεση. Ας προστεθεί ότι πολλοί εκπαιδευτικοί προσέρχονται στο Μουσείο με σκοπό να προετοιμάσουν καλύτερα τα μαθήματά τους.
    Σημειώνουμε βεβαίως ότι είναι και διαχρονικό, αφού στις συλλογές του φυλάσσει ενεπίγραφα μνημεία όχι μόνον των αρχαίων αλλά και των βυζαντινών και των μεταβυζαντινών χρόνων, αν και σε μικρό αριθμό, καθώς και επιγραφές σε άλλες γλώσσες, όπως λατινική, φοινικική, τουρκική και εβραϊκή.
    Σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης και κυριαρχίας του διαδικτύου και των γκρήκλις και της γενικής υποβάθμισης των κλασικών σπουδών διεθνώς, το Επιγραφικό Μουσείο πρέπει να αποτελεί την αιχμή του δόρατος μιας επιθετικής πολιτικής του Υπουργείου Πολιτισμού για την προβολή της ελληνικής γλώσσας και της σημασίας της για τον δυτικό τουλάχιστον πολιτισμό, αλλά και της σημασίας των ιστορικών κειμένων της αρχαιότητας. Η απτή προβολή της γλώσσας η οποία αποτυπώνεται στην πέτρα αποτελεί ένα από τα καλύτερα όπλα του Υπουργείου μας τόσο στον τομέα της ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, όσο και διεθνώς για την ενίσχυση των κλασικών σπουδών στις μέρες μας. Τέλος ας μην υποτιμηθεί και το γεγονός ότι σε σχέση με την ελληνική γλώσσα και την αρχαία Ιστορία έχουν αναδυθεί τα τελευταία χρόνια διάφορες ακραίες και “πυροβολημένες” απόψεις που έχουν ευρεία διάδοση. Το Μουσείο μέσω των εκπαιδευτικών του προγραμμάτων προσπαθεί να αναβαθμίσει το ρόλο του στην Εκπαίδευση και να προβάλει τις ορθές επιστημονικές απόψεις.
    Το προσωπικό του Μουσείο κατέχει εξειδικευμένη γνώση, την οποία διαθέτει και για την οργάνωση και δημοσίευση του ανάλογου υλικού στις κατά τόπους Υπηρεσίες και την προώθηση της σπουδής της Επιγραφικής σε πανελλήνιο επίπεδο λόγω της έλλειψης του ειδικευμένου προσωπικού στις Εφορείες Αρχαιοτήτων που είναι, ούτως ή άλλως, υποστελεχωμένες

    Η αυτονομία του Επιγραφικού Μουσείου θα εξασφαλίσει τον ειδικό σκοπό του, που σε ένα μεγαλύτερο σύνολο εκ των πραγμάτων θα χάνονταν αφού το κέντρο βάρους των άλλων Αρχαιολογικών Μουσείων είναι εντελώς διαφορετικό. Ιδιαίτερα η ένταξή του στο ΕΑΜ θα υποβάθμιζε τη δραστικά τη δραστηριότητά του αφού τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το ΕΑΜ είναι σύνθετα και επιπλέον όπως έχουμε προαναφέρει το ΕΑΜ έχει συνολικά άλλη επιστημονική – ερευνητική κατεύθυνση. Η Αρχαιολογική Υπηρεσία έχει ανάγκη την ανάπτυξη ειδικοτήτων όπως της Επιγραφικής και πρέπει να υπάρχουν οι θεσμοί που θα τις αναπτύσσουν και θα εκφράζουν την Υπηρεσία διεθνώς. Ας μην ξεχνάμε ότι η υποβάθμιση κάποιων κλάδων της αρχαιογνωσίας και των κλασικών σπουδών μπορεί να βρει την αναλογία της και στην υποβάθμιση των ίδιων των κλασικών σπουδών, αλλά και θεσμών που εδράζονται πάνω σε αυτές.

    Τελειώνουμε με ένα παράδειγμα οικείο σε όλους και φυσικά τηρουμένων των αναλογιών. Όταν το Υπουργείο Πολιτισμού συνενώθηκε με το Υπουργείο Παιδείας κανείς μας δεν δήλωσε ότι η Παιδεία δεν συναρτάται με τον Πολιτισμό και μάλιστα άμεσα. Προσπαθήσαμε όμως να εξηγήσουμε ότι αυτή η συνύπαρξη τελικά ήταν εις βάρος και των δύο Υπουργείων, αλλά κυρίως του Υπουργείου Πολιτισμού, το οποίο υποβαθμιζόταν. Ακριβώς αυτό υποστηρίζουμε και εμείς συνάδελφοι. Η απορρόφησή μας, ή καλύτερα, η κυριολεκτική εξαφάνισή μας δεν θα υπηρετήσει τίποτα, αντιθέτως θα προκαλέσει ζημιά σε πολλά επίπεδα χωρίς κανένα όφελος.

    Ε. Ζαββού
    Α. Θέμος
    Ειρ. Χωρέμη

Επισκόπηση 1 δημοσιεύσεων (από 1 συνολικά)

Πρέπει να είστε συνδεδεμένοι για να απαντήσετε σ' αυτό το θέμα.